ΑΦΙΕΡΩΜΑ – 1ο ΜΕΡΟΣ
ΚΥΠΡΟΣ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974 – ΜΝΗΜΗ ΠΟΥ ΚΛΑΙΕΙ ΚΑΙ ΚΑΙΕΙ
Σκοτεινόφεγγοι οι θηρευτές του ωραίου και τ’ αληθινού…
Επέδραμαν για μια ακόμα φορά. Με τα δρεπάνια στην ψυχή μας.
Ποταμούς κόκκινους βάφοντας το χρυσοπράσινο φύλλο.
Κι εγώ, γαντζωμένος ξανά σ’ ένα λυπητερό κλαδί του χρόνου
να κρατώ μ’ αγωνία τη θύμηση να λευτεριάς στο μαρτυρικό νησί.
Πώς να τη ζήσω αυτή την επέτειο που μέσα μου αλιεύει ο χρόνος συντρίμμια!
Μισός αιώνας αχνιστής μνήμης στην ψυχή να κλαίει και να καίει.
Να ζεις ξανά και ξανά την εισβολή των εξολοθρευτών να ζωής και του ήλιου.
Που επιτάσσουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, και βεβηλώνουν το φως.
Στην εγκαρτέρηση των καθυποτάξεων να αξιοπρέπειας λέω ΟΧΙ. ΦΤΑΝΕΙ, ΠΙΑ!
Εντός μου ζει του Τεύκρου η δόξα και του Αγαπήνωρα η ανδρεία…
Και του Αρχιεπίσκοπου Κυπριανού η αυτοθυσία μαζί με τόσων μαρτύρων του 21…
Κι η γενναιότη του Ονήσιλου, κι η σωφροσύνη του βασιλιά Ευαγόρα…
Και οι αιμάτινοι πίδακες φωτός των ηρωομαρτύρων Καραολή και Δημητρίου…
Και του Ευαγόρα Παλληκαρίδη… και του Αυξεντίου… κι όλων των άλλων…
Τί κι αν, σαν ένα σακούλι ξεψυχισμένα χαμόγελα φαντάζουν τώρα!
Τί κι αν, σαν άστρα μισόσβηστα, στα αφανέρωτα του θόλου να ψυχής μοιάζουν!
Όλα ένα πνεύμα φωτάστερο, να αιωρείται στην ατμόσφαιρα του γίγνεσθαι.
Πενθούν και προετοιμάζουν να καιρούς για την ανάσταση!
Ω! Κύπρος, εσύ! Εύοσμο τραγούδι, απλωμένο στης ψυχής να το άπειρο!
13/4/2024
Ιωάννης Παναγάκος
ΑΦΙΕΡΩΜΑ – 2ο ΜΕΡΟΣ
ΕΥΟΣΜΟ ΑΣΜΑ ΝΑ ΑΥΓΗΣ
Αστρολουσμένη ομορφιά αρχοντοπάναγνή μου
που σ’ έχω μέσα στην καρδιά, πνοή μου κι ευωδιά
κλαιν να ψυχής μου τα κλαδιά, κι είν’ πένθους μελωδιά
καθώς σε βλέπω μισερή σαν λούλουδο ερήμου
έργο γνωστού ανεντίμου, στο φως τρικλοποδιά.
Πενήντα χρόνια κατοχής στου Τούρκου τη μανία
αντίθετη στην ηθική, βαναυσοφονική
ενάντια στη λογική, στον άνθρωπο εχθρική
το παρελθόν πλαστογραφεί, το κλέβει μ’ απληστία
’ποπνέει δυσωδία, το δίκαιο αδικεί.
Το εβδομήντα τέσσερα, στην εισβολή τ’ Αττίλα
σπαρτάρησε ο ουρανός, μαύρος και σκοτεινός
που ο εισβολέας αλγεινός, απάνθρωπος, στυγνός
την ιστορία μόλυνε με την τραχιά του αρβύλα
ξέχειλη η σαπίλα, μες στην ψυχή του ορφνός.
Με τρόπο ύπουλο κι ωμό, μαυροφεγγοβαμμένος
εισέβαλε στην άγια γη διψώντας για σφαγή
κι ω, Θεέ μου, άνοιξε πληγή, που ακόμα αιμορραγεί·
μ’ άρματα, βόμβες, χαλασμός, σαν ζώο αγριεμένος
στη βία εθισμένος και στη διαρπαγή.
Σκότωσε άνδρες και παιδιά, βεβήλωσε μνημεία
ασέλγησε να κορασιές, στάχτη οι εκκλησιές
κι εσύ μιλάς για μοιρασιές, θυμήσου να χωσιές
π’ ασχήμυνε τα όμορφα, όσα δεν πήρε λεία
ουρλιάζουν τα θηρία, κοίτα να καυχησιές…
Σαν εύοσμο άσμα της αυγής σε πέλαο απλωμένο
ψάχνεις να βρεις τη γιατρειά στου Τούρκου τη σκιά
του λύκου όμως η χροιά είν’ άδικη κι αψιά
το όνειρο της ένωσης το θέλουνε σβησμένο
για νά ’ν’ αναστημένο, πολέμα μ’ αντρειά!
Τώρα, καθώς λικνίζονται οι θύμισες στο κύμα
σκέψου τη δόξα σου, σαφώς, που ελάμπρυνε το φως!
29/10/2024
Ιωάννης Παναγάκος