30 Αυγ 2023

ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗΣ- ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΑΣ


Βιβλιοκριτική από τον Ποιητή Ιωάννη Παναγάκο


«…Σκέψη γεννημένη/ στα ακραία μήκη και πλάτη της ψυχής σου εντός σου/…/περπάτησες ανυπόδητη, ψυχή μου/…/ταξιδεύτηκες σε όλο το δρόμο/ από όνειρο σε όνειρο/…/ Είσαι αυτό που σκέφτηκες,/ άνθρωπος, σκιά του δικού του ονείρου». Το απόσπασμα αυτό είναι από το ποίημα «Ο άνθρωπος, σκιά ενός ονείρου» (σελ. 12), πρώτο ποίημα της συλλογής, στο οποίο βλέπουμε ότι από την αρχή της ανθολογίας, η Έλενα Παπαθανασοπούλου μας εισάγει στον κόσμο της ποίησης, με έναν τρόπο ξεχωριστό. Ψυχοθεραπεύτρια η ίδια, έχοντας σπουδάσει και φιλοσοφία, μας παρουσιάζει ποιητικά τη λειτουργία της ψυχής, μέσα από έναν πανέμορφα φιλοτεχνημένο φιλοσοφικό στοχασμό.


Και, βέβαια, κάπως έτσι είναι δομημένα σχεδόν όλα τα άνθη της υπόψη ανθολογίας της ποιήτριας, που, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργούν και αποτελούν μια ολόφωτη σειρά από ανθισμένους βλαστούς της ψυχής, η οποία φιλοτεχνεί ποιητικά την φιλοσοφική της ενδόμυχη έρευνα, διδάσκοντας και διδασκόμενη, τόσο από το βάθος και το πλάτος της ίδιας, του εαυτού της δηλαδή, όσο και από τα πορίσματα της Επιστήμης της Ψυχολογίας και τους εξίσου δαιδαλώδεις χώρους της φιλοσοφίας, όπως στο παρακάτω απόσπασμα από το ποίημα «Ούτε αρχή ούτε τέλος» (σελ. 14), όπου είναι ολοφάνερος ο φιλοσοφικός στοχασμός που, περίτεχνα φιλοτεχνημένος, ερευνά τη θέση, το διώμα και την ουσία της ψυχής: «… Αδιάκοπα η ψυχή σε όλες τις θέσεις/ κεντιέται με πολύχρωμη κλωστή./ Ο κύκλος ολόκληρος, βίου τροχός/ και στη στρογγυλάδα του επάνω/ η περιφορά του Άπειρη,/ κάθε σημείο ταυτόχρονα και τέλος και αρχή…».


Φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει η φιλοσοφική χροιά από τα ποιήματα της Έλενας Παπαθανασοπούλου, γιατί, σε συνάφεια και ως απότοκο γεγονός, ίσως, του περιεχομένου των σπουδών της, αυτός είναι εξ αρχής ο στόχος της, αφού, όλα της τα ποιήματα, πλην ενός, έχουν την έμπνευσή τους σε φιλοσοφικούς ορισμούς ή φράσεις αρχαίων και μη, Ελλήνων, ως επί το πλείστον, φιλοσόφων, συγγραφέων, και άλλων προσωπικοτήτων, κείμενα τα οποία παρεμβάλλονται μετά τον τίτλο κάθε ποιήματος της συλλογής, ως «μότο» και στη συνέχεια αναλύονται με την ποιητική ματιά της ποιήτριας Έλενας, όπως στο ποίημά της «Ως ποταμός που μόνο μια φορά τον διαβαίνεις», σελ. 16): «ΠΟΤΑΜΩ ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΕΜΒΗΝΑΙ ΔΙΣ ΤΩ ΑΥΤΩ» (Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, Ηράκλειτος) όπου η φράση «μότο» του ποιήματος αναλύεται και παρουσιάζεται με την ομορφιά του ποιητικού λόγου της ποιήτριας: «… Η κάθε σκέψη σου ανεξήγητα γνώριμη,/ αλλά και ανοίκεια νέα./ Ο αφεύγατος Χρόνος ρέει ασταμάτητα,/ μα ο Αιώνας ένας/ κι εσύ ξυλαράκι μέσα στο αρίφνητο/ αδυσώπητό σου ρεύμα ρίγησες/ και ράγισαν γύρω σου άβυθες όλες οι σιωπές./ Το δάκρυ αστραφτερό πετράδι/ στην άκρη του κόσμου κυλά,/ ως ποταμός που μόνο μια φορά τον διαβαίνεις».


Κοιτάζοντας τις σπουδές της Έλενας Παπαθανασοπούλου, θα μπορούσε να πει κανείς πώς η ποιήτρια, επιλέγοντας να κάνει τη διατριβή του μεταπτυχιακού της ερευνώντας τη σχέση της πλατωνικής φιλοσοφίας με την ψυχανάλυση, βιώνει μια τραγική ειρωνεία, αφού, ποιήτρια ούσα η ίδια, μελετά τον φιλόσοφο που από το κορυφαίο έργο του, την Πολιτεία, εξορίζει την ποίηση και τους ποιητές. Όμως, αυτό έχει την εξήγησή του, τουλάχιστον κατά τη γνώμη του γράφοντος: Ο Πλάτων απορρίπτει την ποίηση και τους ποιητές, γιατί, ως ο κατ’ εξοχήν νοησιάρχης φιλόσοφος, ο οποίος πιστεύει, ερευνά και δημιουργεί τα πρότυπα, τις ιδέες του, φυσικά δε θα μπορούσε να ανεχθεί μια διαδικασία η οποία, στα μάτια του τότε κόσμου, είτε χρειαζόταν την επενέργεια του οίνου για να διεκπεραιωθεί (Αρχίλοχος), είτε υμνούσε τους θεούς, όχι αναζητώντας την αρχέγονη ουσία της αλήθειας, αλλά απλώς ένεκα της πίστης σε αυτούς, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να παρουσιάζονται και να υμνούνται και πράξεις κατώτερες, που δεν αρμόζουν στο πνεύμα και που δεν διαπαιδαγωγούν τους σημερινούς και τους αυριανούς δημιουργούς, τους φύλακες-αρωγούς και τους φύλακες-άρχοντες, δηλαδή τα κύτταρα μιας υγιούς κοινωνίας, αλλά παρουσιάζονται ή υμνούνται απλώς και μόνο επειδή είναι πράξεις θεϊκές (Όμηρος, Ησίοδος, κ.τ.λ.). Μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει την υπεροχή του πνεύματος έναντι της δοξασίας, της φαντασίας, της μίμησης, της διασκέδασης και της έκφρασης, γενικώς, των συναισθημάτων, ήτοι την υπεροχή της φιλοσοφίας έναντι της ποίησης και των τεχνών γενικώς. Όταν όμως η ποίηση δείχνει ότι μπορεί να ερευνά την ψυχή του ανθρώπου, αναζητώντας την πηγή, την ιδέα, το αρχέτυπο, τότε αυτή η ποίηση δεν αντίκειται, πλέον στην προσπάθεια του Πλάτωνα, δηλαδή στην ανάδειξη της Πολιτείας των ιδεών, αλλά γίνεται σύμμαχός του. Έτσι, λοιπόν, θα ήταν πολύ φυσικό, αν μπορούσε ο Πλάτων να διαβάσει την ποιητική συλλογή της ποιήτριας Έλενας Παπαθανασοπούλου, «άνθη της απεραντοσύνης», να την τοποθετούσε σε περίοπτη θέση στην Πολιτεία του, αναγνωρίζοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι, ναι, η ποίηση, όπως αυτή της ποιήτριας Έλενας Παπαθανασοπούλου, μπορεί να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, όπως συνάγεται και από το παρακάτω απόσπασμα του ποιήματος «Η ελπίδα» (σελ. 18), όπου η ψυχή-ελπίδα ως όνειρο του ξυπνητού υποκειμένου, δείχνει τον δρόμο για ένα καλύτερο μέλλον, για έναν καλύτερο άνθρωπο: «…Αναχώρησαν οι βραδύκρουστες ώρες/ όλες από τη θέση τους,/ ανακατεύτηκαν, αναδεύτηκε μέσα τους/ η ύπαρξή τους ολοζώντανα,/ η καρδιά βροντοχτυπά δυνατά, με προσμονή,/ ατενίζοντας τον δρόμο σε χρόνο μέλλοντα./ Εκεί θα βαδίσω λέει…».


Και δεν είναι μόνο ένα το παράδειγμα που δείχνει πώς, μέσα από την φιλοσοφημένη έρευνα της ψυχής, φανερώνεται το πόσο πολύ μπορεί να ζυμωθεί και να σφυρηλατηθεί η ανθρώπινη φύση και να βελτιστοποιηθεί ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Ολόκληρο το ποίημα «Είμαι ελεύθερος άνθρωπος» (σελ. 20), είναι μια σειρά παραδειγμάτων που περιγράφουν αυτή την αλήθεια, παρουσιάζοντας, συγχρόνως, και ένα πλήθος καλολογικών στοιχείων και σχημάτων λόγου, που, χάρις σ’ αυτά, επιτυγχάνεται η παρουσίαση της υπόψη αλήθειας ολοζώντανα και, φυσικά, όχι, μόνο, στο υπόψη ποίημα:

- «Πάνω στ’ αμόνι μ’ έστησε ο σιδεράς,/ την ψυχή μου να τροχίσει/ και στο αμόνι με φωτιά σχήμα να μου χαρίσει./ Μ’ έπιασε και σμίλεψε καυτή λαβίδα πυρωμένη/ με χτύπησε ηχερό σφυρί στη ράχη την ερυθρωμένη…». Εδώ, ολόκληρο το απόσπασμα είναι και μια πολυμορφοποιημένη μεταφορά, με την οποία παρομοιάζεται η ψυχή ως σίδερος που σφυρηλατείται από τον σιδερά στο αμόνι, ενώ ταυτόχρονα είναι και προσωποποίηση της αγωγής και της παιδείας ή και της ίδιας της ζωής σε σιδερά, παράλληλα δε, και παρομοίωση του σχολείου ή του σπιτιού ή του χώρου και του περιβάλλοντος εργασίας ή διαβίωσης του μαθητή ή του ενήλικα, αντίστοιχα, με αμόνι, σφυρί και λαβίδα, κατά περίπτωση, και είναι, ως όλα αυτά μαζί να μας λεν, με στεντόρεια φωνή, πως τίποτα δεν μπορεί να ανδρωθεί, χωρίς πελέκημα ή χτύπο βαρύ ή και πόνο εσωτερικό ή και εξωτερικό, αφενός, και, αφετέρου, χωρίς μάχη εσωτερική, τίποτα δεν κερδίζεται στη ζωή, όπως αφήνεται να νοηθεί και στην επόμενη στροφή του ποιήματος: «… είμαι της αμφιλύκης ώρας μαχητής αθώρητος,/ της σκιαμαχίας μέσα μου ο παιδεμός ο αδυσώπητος,/…/ το βλέμμα ολοζώντανο αστράφτει και σπιθίζει/ κι η ζήση σαν το όνειρο με όνειρα γεμίζει».

- Κι είναι σπαρμένο το ποίημα αυτό, πόσο μάλλον ολόκληρη η συλλογή, με σπάνιες όμορφες, μα ξεχασμένες ή άγνωστες στους πολλούς λέξεις: «αμφιλύκης», «αρτσίδι», «αχάραγα», «ουρανόθρεφτα», «επίμοχθη», με παραγωγή νέων, ύστερα από σύνθεση γνωστών, λέξεων, όπως  «πολυσπαθισμένη», «αχνοψιθυρισμένη», ή και τελείως νέων όμορφοπλασμένων λέξεων όπως η λέξη «Αφώτιγα»!

- Κι είναι, επίσης, το ίδιο ποίημα, γιομάτο, όπως πολύ περισσότερο ολόκληρη η ανθολογία, από ωραία σχήματα λόγου, όπως: Ομοιοτέλευτο – ομοιοκατάληκτο («…την κόμη μου θ’ ασπρίσει»,/ «… γδυτό θα με αφήσει»,/ «… η νόηση σπαθίζει»,/ «… αστράφτει και σπιθίζει»,/ «… με όνειρα γεμίζει»), ή Οξύμωρο («όλες οι μάχες ανεπίτρεπτα χαμένες./ Όλες οι μάχες τέλος κερδισμένες»), καθώς και με ωραίες εικόνες («είμαι της σκέψης μου η ζωή που λευτεριά χαρίζει» που είναι μια από τις πολύ ωραίες εικόνες των ανθών της απεραντοσύνης, με την οποία η ποιήτρια παρουσιάζει την ψυχή να δημιουργεί δια της σκέψεως), κ.τ.λ.


Είδαμε, μόλις τώρα, ένα μεγάλο κοίτασμα καλολογικών στοιχείων μόνο σε ένα ποίημα. Αυτό και μόνο μας προϊδεάζει ότι, αν εξετάσουμε μ’ αυτή τη ματιά ολόκληρη τη συλλογή, θα αντιμετωπίσουμε μια τεράστια θάλασσα τέτοιων στοιχείων· και όντως, έτσι είναι! Όμως δεν είναι μόνο τα επιμέρους καλολογικά στοιχεία ή τα σχήματα λόγου που κάνουν αυτή την ανθολογία να ακτινοβολεί υπέρλαμπρο φως. Ο κάθε στίχος, η κάθε στροφή της, λες και είναι πλασμένα από μια χρυσαφένια λάμψη που σε κάνει να νιώθεις ότι ίπτασαι στο στερέωμα, μέσα στο απόλυτο λευκό φως της ουσίας του πνεύματος. Ας θαυμάσουμε μια τέτοια φωτακτινοπλεγμένη στροφή, από το ποίημα «Ζωή θαρρετή με του εσώτερου σθένους σου την αρετή», (σελ. 22): «Τριγμός δύσκολος, γοερός λυγμός βαθύς κι ολόθρηνος,/ στου κόσμου τα θεμέλια/ ο φόβος κάνει την καρδιά να φτερακά παλλόμενη/ με μάνητα στα στήθια/ ωσάν πουλί δεόμενο στην ξόβεργα πιασμένο,/ αλαφιασμένο, στου ηλιοβόρου δάσους/ τα βαθίσκιωτα μέρη μυστικά».


Και, βέβαια, όπως μπορεί κάλλιστα εννοήσει ο καλλιεργημένος αναγνώστης του βιβλίου, απ’ όλα όσα αναφέρθηκαν ήδη, ολόκληρο το θαυμαστό έργο που κρατά στα χέρια του διαβάζοντάς το, αποτελεί έναν ωκεανό ομορφιάς, γνώσης, βαθύτερων νοητικών, φιλοσοφικών στοχασμών και αναζητήσεων, εισχωρώντας στα ενδότερα της ψυχής του ανθρώπου και ανασύροντας στην επιφάνεια όλα τα στολίδια που μπορούν να την κοσμούν, πλην, όμως, και τα μύρια όσα προβλήματα που μπορούν να την περιχαρακώσουν, να την εγκλωβίσουν, να την υποδουλώσουν.


Για του λόγου το αληθές, θα αναφέρω, χωρίς επιπλέον ανάλυση (λόγω χώρου), μερικά από τα εξωτερικά στολίδια στη γραφή των ποιημάτων, στολίδια τα οποία επικοινωνούν μ’ αυτά τα βαθύτερα της ψυχής, τα οποία και αναδεικνύουν:

- Από το ποίημα «Η ελευθερία του ανοιχτού νου», σελ. 24: «Ο γλάρος ο ουρανόδρομος πέταξε», «του ασημοκύανου γαλάζιου», «πεντάξενος», «ολοτρόγυρα», «φωτερό κύκλο του ουρανού», «ακάματη ανοιχτωσιά», ολόδοξα λευκά πουλιά».

- Από το ποίημα «Έχε μέτρο, ορμηνεύει η απαλή φωνή του σοφού», σελ. 26: «Μάχη αφεύγατη», «μεσουράνημα του χρόνου», «πύρινα άνθη/οι πύρανθοι», «οι τροχιές των ορέξεων», «βαρύτλητες ώρες». «Ιερό το χάδι της σιγής του νου», «μεσοκαλόκαιρο του χρόνου».

- Από το ποίημα «Γνώρισε τον εαυτό σου βαθιά», σελ. 28: «Ουρανοσύνη», «Η Αλήθεια ά-ληθη, α-ξέχαστη, χωρίς τη λήθη», «στους θαλερούς βυθούς του νου σου», «με βαθύτατη άβυθη αποδοχή», «ημεράδα», «ως Κόσμημα ο Κόσμος», «Μόνο αφόντας η κάθε σκέψη σου/ θα έχει πια από το νου σου το δοχείο εκχυθεί».

- Από το ποίημα «Η παροδικότητα και το αιώνιο», σελ. 31: «εαροσύνη», «Τα άνθη έδεσαν καρπό που μέστωσε στους μίσχους», «κεχριμπαρένιες αναλαμπές», «λευκασμένες απλωσιές», «της φωτιάς η αψιά οσμή», «σε μια αγγιξιά από χάδι απαλή», «τη βαθιά ουσία σου θ’ αγγίξεις», «Στην λευκή σου αστραποβολιά».

- Από το ποίημα «Να περνάς απαρατήρητος», σελ. 34: «Στις βαθιές πράσινες λίμνες των ματιών σου/ αγκυροβολημένα τα όνειρά σου», «με ένδυμα υφασμένο/ από φύκια και όνειρα», «η ώρα γαλάζια, τα φτερά σου από άνεμο», «Τα μάτια αντανακλούν την ψυχή την αστραποβόλα», «ο νους ξεχτένιστος», «η ορμή της νιότης στις στράτες των ερώτων», «τα φιλιά άγριες φράουλες», «με ώριμο τον καρπό στα σπλάχνα», «γλυκά γερνώντας, γέρνοντας στην ζωή».

- Από το ποίημα «Οδύσσεια προς του νου την Ιθάκη», σελ. 36: «στου ονείρου μου τις στράτες», «την ώρα που ο νους απλώνεται κοιμώμενος», «γυρεύει στην οικεία του οικία να γυρίσει», «πολύγνωμες φωνές», «ο προορισμός προς την βαθιά της φύσης την ουσία», «στο κέντρο της ο ενυπάρχων προορισμός».

- Από το ποίημα «Προς την ψυχή», σελ. 38: «Ποιος τολμητίας σε καταστέρωσε ψυχή/ ως λάμπος στον θόλο τ’ ουρανού», «Είσαι της ύπαρξης η αυγινή ψυχή», «με νόστο ποθοτράνταχτο σημαδεμένη», «Στων οφθαλμών σου τον υγρό βιότυπο/ κύκνοι κι ονείρατα πλέουν», «Του χρόνου το χρυσάφισμα».

- Από το ποίημα «Μια νότα στη μουσική των σφαιρών», όπου η ποιήτρια, ανακαλύπτει τα μονοπάτια της ψυχής της, μ’ έναν διαλογισμό πάνω στη «μουσική των σφαιρών» του Πυθαγόρα, σελ. 40: «Στο αειχρόνιο άσμα του κόσμου», «αξέχαστος είμαι δροσερένιος ήχος», «έφυγε στους δρόμους του ουρανού».

- Από το ποίημα «Το λάθος είναι δάσκαλος», σελ. 41: «ο βαθυκύανος καιρός/ σκοτίζει όλες τις μεριές», «με βελονιές μαλαματένιες η ζωή/ κεντά αστέρια στα ουράνια», «νυχτωσιά», «λαθοχώραφα», «στης ζήσης την γκρεμώδη ρεματιά», «αγκαθοκέντρια», «λειψοφέγγαρο», «της ζήσης σου παράσημα είναι όλες σου οι πληγές», «με αιώνια χρώματα στον ουρανό/ σε ζωγραφίζουν», «Μέσα στο φως ο νους με τη σκιά παλεύει», «μέσα απ’ το λάθος/ πάντα κάτι αληθινό προκύπτει και ανασαλεύει,/ με όμορφα όνειρα εκ νέου σε μαγεύει».

- Από το ποίημα «Ο νεαρός μπουρλοτιέρης, 1821», σελ. 44: «Η βάρκα αλαφροκούνητη», «αύρα της απανεμιάς», «αλαφροπάτητες οι μοίρες», «να ράνουν με άρωμα τη στιγμή», «της λευτεριάς καμάρωμα βροντερό», «ίχνος αλαφροπάτητο στο απαλό αεράκι», «μυρωδιά πατρίδας», «της μάνας το φιλί στο μέτωπο/ φωλιαμένο για πάντα», «με μια Παναγιά στον κόρφο», «του κοριστιού το φευγαλέο φιλί,/ αγριοκέρασο στα χείλη», «του αδελφού το χαιρέτισμα από το ξάγναντο», «του πατέρα το χέρι, βαρύ από τον κάματο», «μια μέρα μακριά, μια ώρα μακριά, μια ζωή μακριά» (πολύ ωραία επανάληψη, επαναφορά-επάνοδος), «μεσοπέλαγοι βράχοι», «βόγγος βαθύς στης θάλασσας στα ζοφερά της στήθια», «Εκεί υποδέχτηκε το πέλαγος/ στα σπλάχνα του το περήφανο ξάρτι», «το άτι το θαλασσινό που πληγωμένο/ βυθίστηκε πια στα σκοτεινά νερά», «Νύχτα τρομερή, νύχτα φωτιάς, νύχτα βελουδένια, νύχτα αφέγγαρη» (κι άλλη ωραία επανάληψη, επαναφορά-επάνοδος), «να διώξει της νύχτας της βαθιάς το σκότος το βαρύ».


Αγαπητέ αναγνώστη, αυτό που έκανε μόλις τώρα ο γράφων, ήταν να γεμίσει μια ολόκληρη σελίδα Α4 με ορισμένα λαμπερά πετράδια από αυτά που περιέχονται στο ανά χείρας βιβλίο, παρ’ όλο ότι αυτά που είχε σημειώσει για παρουσίαση ήταν υπερτριπλάσια των αναφερθέντων. Λόγω χώρου και χρόνου και μόνο γι’ αυτό θα πω «δυστυχώς δεν ήταν δυνατό να παρουσιάσω όλους τους πολύτιμους λίθους της παρούσας έκδοσης και, πολύ περισσότερο, να τους αναλύσω», γιατί, διαφορετικά, στα πλαίσια του σκοπού που εξυπηρετεί η δική μου παρέμβαση, το αποτέλεσμα θα ήταν αντιστρόφως ανάλογο του επιδιωκομένου.


Βέβαια, το παραπάνω γεγονός, της ύπαρξης ενός τόσο μεγάλου όγκου περίτεχνων συνθέσεων σε μόλις 36 σελίδες, όσες δηλαδή πιάνουν τα 16 ποιήματα της συλλογής της Έλενας Παπαθανασοπούλου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως υπερβολή. Και πράγματι, είναι υπερβολή! Υπερβολή, σε σχέση με το επίπεδο του μέσου όρου των αναγνωσμάτων που έχει την τύχη ή μήπως, κάποτε και την ατυχία, να διαβάσει ο σύγχρονος Έλληνας αναγνώστης, ο οποίος, κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι μισο-αναγκασμένος να παραμένει, ως μέσος όρος, στα χαμηλά επίπεδα του μέσου όρου των κυκλοφορούντων εκδόσεων, χωρίς μ’ αυτό να θέλω να πως ότι όποιος αισθάνεται την ανάγκη να εκφραστεί με το γράψιμο, δεν πρέπει να το επιχειρεί – σ’ αυτή την περίπτωση την ευθύνη την έχουν εξ ίσου, πέραν των αρμοδίων θεσμών, οι καθ’ ύλην αρμόδιοι, αυτοί, δηλαδή, που πρέπει να τον καθοδηγήσουν, να τον διδάξουν, να τον βοηθήσουν να γίνει καλύτερος συγγραφέας ή ποιητής, τουτέστιν οι υπεύθυνοι των λογοτεχνικών φορέων, οι εκδοτικοί οίκοι και οι διευθύνοντες των εκτύπωση βιβλίων, αφενός, και, αφετέρου, ο ίδιος ο επίδοξος λογοτέχνης, αν δεν φροντίζει με τη μελέτη και την προσπάθεια να βελτιώνεται. Όμως το βιβλίο αυτό δεν γράφτηκε για να διατηρήσει τον μέσο όρο του επιπέδου των αναγνωστών εκεί που είναι σήμερα, αλλά να τον πάρει απ’ το χέρι και να του δείξει τη δύναμη της ψυχής του και τη δυναμική του πνεύματός του, ώστε όσο είναι δυνατόν να τον έλξει προς τα πάνω, προς το φως της ψυχής, εκεί, στους δρόμους που στο πνεύμα αρμόζουν. Και όπως και να το κάνουμε, η Έλενα Παπαθανασοπούλου επέλεξε να είναι ο ένας εκ των δύο, εκ διαμέτρου αντίθετων, πόλων της νόησης, αυτός με τους λίγους, σήμερα, υπηρέτες, που διακονούν σε τόσο υψηλό επίπεδο το φως. Έπειτα, ας μην ξεχνάμε ότι δεν φταίει ο Όμηρος αν σήμερα οι περισσότεροι από μας δεν μπορούν καταλάβουν τις λέξεις που χρησιμοποιεί - παρ’ όλο ότι τις χρησιμοποιούμε ως συνθετικά άλλων λέξεων και εμείς στη δική μας εποχή - αλλά η δική μας αμορφωσιά και το ότι, ούτε εμείς, ως σύνολο και ο καθένας ξεχωριστά, ούτε και οι υπεύθυνοι ταγοί φρόντισαν να καλλιεργήσουν, όπως και όσο έπρεπε και χρειαζόμασταν, το πνεύμα μας, την παιδεία μας, τον χαρακτήρα μας!


Εν κατακλείδι, μελετώντας κανείς το υπόψη μνημειώδες (κατά τη γνώμη του γράφοντα), έργο, είναι ως να εμβαπτίζεται απ’ την αρχή, ως νεοσσός μαθητής σ’ ένα πολύμορφο μελίσσι, εργαστήρι, γιορτάσι γνώσεων και κυρίως σφυρηλατήσεως της ψυχής του, καλλιέργειας της προσωπικότητάς του, ενδυναμώσεως της παιδείας του, μέσα από τους διαύλους που του ανοίγει η ποιήτρια στην ψυχή του. Διαύλους για να οδηγηθεί και να γνωρίσει τον νου, δηλαδή την απεραντοσύνη του, δηλαδή τον προορισμό του, με εργαλείο την ψυχολογία και την αναζήτηση της αλήθειας μες στην ψυχή του και με όχημα την ομορφιά της ποίησης. Της ποίησης αυτής που παίρνει την ομορφιά της και την αξία της, από την ομορφιά της ψυχής που ερευνά περπατώντας εντός της, και από το μεγαλείο και το φως του προορισμού, στο ταξίδι της ψυχής, όπου μέσα από τη φιλοσοφία ανακαλύπτει τον νου.


Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι θα ήταν ευχής έργο, εάν την ευωδιά των ανθών της απεραντοσύνης θα μπορούσαν να την γευτούν και να την απολαύσουν όλοι οι μαθητές των σχολείων, αν φυσικά, το Υπουργείο Παιδείας, θα είχε την έμπνευση να το δωρίσει στους μαθητές μέσα από την ένταξή του στο πρόγραμμα διδασκαλίας των σχολείων και κυρίως των Γυμνασίων και Λυκείων. Εξάλλου, μέσα απ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής, αναδεικνύεται η αξία της αγωγής προς τον δρόμο της αρετής (την σοφία, την ανδρεία, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη), μέσω του αγώνα του νου, δηλαδή του ηνιόχου, κατά το παράδειγμα του Πλάτωνα, να ισορροπήσει το επιθυμητικό της ψυχής (τα πάθη, το ενστικτώδες, το διεγείρον πάσης  φύσεως ηδονές εις το σώμα) με το θυμοειδές της (την ευαισθησία, το θάρρος, την τόλμη, την αποφασιστικότητα), ήτοι με τα δύο άλογα του πιο πάνω παραδείγματος του Πλάτωνα. Αυτό, φυσικά, χωρίς να παραμελούνται και οι άλλοι παράμετροι παιδείας του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού μας.


Θα ήθελα να τελειώσω αυτή την παρέμβαση με δύο αποσπάσματα από δυο αριστουργήματα της ανθολογίας:


Από το ποίημα «Προς την ψυχή», σελ. 38, όπου κραταιώνεται η άποψη του Μάρκου Αυρηλίου, ότι «Μέσα σου είναι η πηγή του καλού και θα αναβλύζει πάντα αν πάντα την αναζητάς» (Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, ζ59) .


«… Γιορτή του ονείρου σου κι όνειρο της γιορτής σου

είναι η άφατη ανείπωτη ομορφάδα

η χαρωπή βαθύτερη υφή σου.

Στου νου τον δρόμο απλώνεσαι,

δρόμος εσύ ανοιχτός,

οδεύεις, οδός και οδοιπόρος

με όνειρα στικτός

κι αν ψυχή ανόθευτη μπήκες

στο μονοπάτι να βαδίσεις

στης Φύσης την Αλήθεια σου

θέλεις πρωτίστως να γυρίσεις,

τον νόστο τον απύθμενο

που κατακαίει τα σπλάχνα να επιλύσεις.

Του χρόνου το χρυσάφισμα

σε καταστέρωσε στον θόλο του ουρανού,

βρήκες τη θέση σου στο φως

ως νους που χύνεται ολοκάθαρος στον νου».


Από το τελευταίο ποίημα της ανθολογίας, «Ο νεαρός μπουρλοτιέρης, 1821», σελ. 44, όπου χρυσαστράφτει η αλήθεια ότι όταν η ψυχή έχει τραφεί και σφυρηλατηθεί με ιδέες όπως «αληθινά ελεύθερος είναι όποιος τον θάνατο μπορεί να αψηφήσει», γιατί, «τί αξία έχει να ζεις, χωρίς λευτεριά και αξιοπρέπεια», τότε και μόνο τότε μπορεί να υπερβεί τον εαυτό της και να πραγματοποιεί άθλους, όπως αυτός των αγωνιστών του 21 που οδήγησε στην Ανάσταση του Γένους και της Λευτεριάς:


«…Η ζωή του φλόγα κρυφή, ο ίδιος δάδα,

η θυσία του όνειρο θαλασσινό,

γλάρος ανάριος το πέταγμά του,

τραγούδι η καρδιά του και ύμνος

που απαγγέλλεται ξάστερος, καθάριος,

σύννεφο κι αύρα γλυκιά η ψυχή,

τη λευτεριά ζωγράφισε φεύγοντας

σε όλους τους τόνους

των αστραφτερών χρωμάτων της θαλασσινής αυγής,

σε όλους τους τόνους του αύριο που θα ’ρθει».


Παπάγος, 29 Αυγούστου 2023