30 Σεπ 2023

Ο ΚΟΚΟΡΑΚΟΣ ΚΙ Η ΚΟΤΟΥΛΑ

 

                                                                 τσέχικο παραμύθι

 

Μια φορά κι έναν καιρό ένας κοκοράκος και μια κοτούλα πήγαν στο Μεγάλο Βουνό, για να βρούνε φράουλες, δεδομένου, ότι στο μανάβη κοστίζανε μια περιουσία. Συμφωνήσανε, ότι θα μοιράζονταν ό, τι κι αν έβρισκαν. Σύντομα η κοτούλα βρήκε μια μεγάλη φράουλα και φώναξε το φίλο της, για να τη μοιραστούν.

Όμως ο κοκοράκος δεν ήταν και πολύ έντιμος και όταν βρήκε μια λαχταριστή φράουλα, δεν είπε τίποτα, αλλά την κατάπιε στα γρήγορα και του έκατσε στο λαιμό. Έκανε τα πάντα, για να φύγει, όμως όλα ήταν μάταια και άρχισε να νιώθει αδιαθεσία.

Η κοτούλα βλέποντάς τον σε αυτό το χάλι έτρεξε στην κοντινή πηγή, για να πάρει νερό.

-Καλή μου πηγή, της είπε, δώσε μου λίγο νερό, γιατί ο φίλος μου πνίγεται.

-Δεν θα σου δώσω ούτε στάλα, αν δε μου φέρεις ένα φύλλο από τη φλαμουριά.

Η κοτούλα έτρεξε στη φλαμουριά και ζήτησε ένα φύλλο, αλλά εκείνη της απάντησε, ότι θα της έδινε ένα μαντήλι μιας χωριατοπούλας. Τι να έκανε η κοτούλα, βρήκε μια κοπέλα και την παρακάλεσε. Αλλά κι εκείνη είχε απαιτήσεις. Θα της έδινε το μαντήλι, μόνο αν της πήγαινε γάλα από τη βασίλισσα του Σαβά ! Τρέλα που είχε η κοπέλα…

Η κοτούλα άρχισε να κουράζεται, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Πήγε και βρήκε τη βασίλισσα ελπίζοντας, ότι αυτή θα έδειχνε ανωτερότητα. Αμ δε ! Απαίτησε ένα ζευγάρι παπούτσια, λες και δεν είχε ήδη αρκετά.

Η κοτούλα έτρεξε σ’ ένα τσαγκάρη και του ζήτησε ένα ζευγάρι, αλλά κι εκείνος, καλά το υποθέτετε, ζήτησε κάτι σε αντάλλαγμα και συγκεκριμένα μια γουρουνότριχα.

Το γουρούνι που πήγε και βρήκε η κοτούλα ζήτησε για αντάλλαγμα καλαμπόκι. Οι χωρικοί που είχαν καλαμπόκι της ζήτησαν βούτυρο από τη γυναίκα του δημάρχου. Η γυναίκα του δημάρχου της ζήτησε ένα σακί με χορτάρι από το λιβάδι. Τι να έκανε η καημένη, άρχισε να μαζεύει χορτάρι κι όταν γέμισε ένα σακί, το πήγε στη δημαρχίνα που της έδωσε το βούτυρο.

Εκείνη πήγε το βούτυρο στους αγρότες, που της έδωσαν το καλαμπόκι για το γουρούνι, που της έδωσε την τρίχα για τον τσαγκάρη, που της έδωσε τα παπούτσια για τη βασίλισσα, που της έδωσε το γάλα, που το πήγε στη χωριατοπούλα και πήρε το μαντήλι, να το πάει στη φλαμουριά, που της έδωσε ένα φύλλο, που το πήγε στην πηγή και πήρε το πολυπόθητο νερό, αλλά όταν πήγε στο φίλο της, εκείνος είχε πεθάνει και η κοτούλα έκλαψε πικρά και δεν ξαναέφαγε φράουλες.  

 

Ελεύθερη απόδοση από τα αγγλικά: Θοδωρής Δημητρακόπουλος