6 Ιαν 2024

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΜΠΟΥΡΑΣ Αξιολόγηση με βαθμολογία, 10’ δέκα με τόνο (Άριστο έργο) ΔΟΞΑΡΙ ΨΥΧΗΣ


Ο Παναγιώτης Κουμπούρας από την Κόνιτσα εργάστηκε ως φιλόλογος επί 39 χρόνια και είναι κάτοικος Ακράτας. Έχει λάβει πολλά βραβεία σε διαγωνισμούς ποίησης, διηγήματος και δοκιμίου και έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές. Το παρόν βιβλίο είναι η τέταρτη ποιητική του συλλογή. 

Το Δοξάρι Ψυχής περιέχει ποιήματα σε μορφή μπαλάντας, σονέτου και ωδής. Σε αυτά ο ποιητής με μεγάλη ευαισθησία και ειλικρίνεια ψυχής επεξεργάζεται διάφορα θέματα που απασχολούν βαθύτερα τον άνθρωπο, όπως η βαθύτερη αίσθηση ηθικής του «… η αρετή εάλω» ή «οι ένοχοι βγάζουν αθώες τις τύψεις», η ελευθερία «… ελεύθερο πουλί η ψυχή, στο δόκανο πιασμένο», το πολύ επίκαιρο στις μέρες μας και πάντα θέμα της ειρήνης «… σφαγές, ερείπια ναών, παράφρονη μανία/φτερά μικρών αγγέλων πεταμένα σε σωρό…». 

Σε όλες τις μπαλάντες ο στίχος είναι μακρύς και στο τέλος κάθε στροφής επαναλαμβάνεται αρμονικά μια φράση, σαν μότο, κουβαλώντας μέσα της όλο το νόημα που θέλει να τονίσει ο ποιητής, όπως όταν λέει τέσσερεις φορές: «Ο ήλιος κάνει προσευχή στον τύμβο της ειρήνης», ή «ο κόσμος σταχοχώραφο και η ψυχή μας στάχυ». Ανάμεσα στις θεματικές του ποιητή συναντάμε τον ύμνο στη αρετή του Ρήγα Φερραίου, την εξύμνηση του γαλάζιου της ελληνικής θάλασσας «ποιος ποντοπόρος νους γεννά ωκεανό» και των ελληνικών βουνών «ψηλά βουνά της χώρας μου, αερόπετρες του αιθέρα», την αγάπη, τους ήρωες του τόπου μας, τους καημούς του τόπου μας. Ο ποιητής ατενίζει με πόνο και πίκρα τα δεινά του ποντιακού ελληνισμού, της μικαρασιατικής καταστροφής, αλλά και την ηθική κατάπτωση των σημερινών καιρών με την «πολιτική φαυλότητα» που συχνά τις συνοδεύει.

Παρόμοια θεματική αναδύεται και στα σονέτα του ποιητή, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου ο ποιητής μιλά νοσταλγικά για την χαμένη αθωότητα («τι όνειρα αθώα! Πώς γίνηκαν μαύρα;»), για μέρη του τόπου μας, για την αγάπη, για την Ελλάδα, για την ειρήνη, τον πόνο και το υποφέρειν («ψάχνω ψυχή μου, σπηλιά να σε κρύψω»).

Οι Ωδές, στο τρίτο μέρος, γραμμένες με μεγάλη ευαισθησία, εξυμνούν ως επί των πλείστων, σημαντικά πρόσωπα της ζωής και της ιστορίας του τόπου μας. Στις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν οπλαρχηγοί, ήρωες (ο Γέρος του Μωριά) και ηρωίδες (Μπουμπουλίνα) της ελληνικής επανάστασης, ποιητές (Κάλβος), αλλά και η αιώνια Μάνα, η πολυπόθητη ειρήνη («πάψτε θανάτου βούκινα. Κι εσείς, κλαγγές του ολέθρου»), η Κύπρος, η Μικρασία, ο Πόντος. Σε μια από τις ωδές του, ο ποιητής θίγει και την σύγχρονη μάστιγα, τις πυρκαγιές που κατακαίνε τα δάση της χώρας μας τα καλοκαίρια («δένδρα που έκαψε άγος ντροπής» … «πέταξαν τα άνθη σου μες στην φωτιά»). 

Σε μπαλάντες, σονέτα και ωδές, ο Κουμπούρας καταθέτει την ψυχή του που πονά για τα δεινά του ελληνισμού, που θαυμάζει τις ομορφιές της χώρας μας και τους ήρωές της, και που δεν παύει να ελπίζει σε κάτι καλύτερο. Μέσα στις στάχτες ενός καμένου δάσους, μπορεί να ακούσει την φωνή του αηδονιού να κελαηδά την ελπίδα. Εξάλλου γράφει στο τέλος του τελευταίου ποιήματος του βιβλίου, «στην έρημη φύση, αηδόνι η ψυχή μου».

Μα τα άνθια που φόρεσα, κάκτους τα είδα